Περισσότερες από 700 ενεργοβόρες μεταποιητικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα ζητούν την άμεση ενεργοποίηση ευρωπαϊκών εργαλείων στήριξης για την προστασία τους από το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Οι επιχειρήσεις προειδοποιούν ότι οι γεωπολιτικές αναταράξεις, η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου και η αβεβαιότητα σχετικά με τον χειμερινό εφοδιασμό της Ευρώπης αυξάνουν τον κίνδυνο νέας ενεργειακής κρίσης.
Το αίτημα για τριετή ορίζοντα στήριξης
Η πρόταση της βιομηχανίας εστιάζει στην ενεργοποίηση του πλαισίου CISAF, όπως αυτό συμπληρώθηκε από το METSAF. Στόχος είναι οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις να διασφαλίσουν έναν σταθερό ορίζοντα τριετούς διάρκειας, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ακραίες μεταβολές στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι εκπρόσωποι της μεταποίησης επισημαίνουν ότι παραμένουν εκτεθειμένοι στις διακυμάνσεις των τιμών, στερούμενοι τους μηχανισμούς προστασίας που έχουν ήδη υιοθετήσει ανταγωνιστικές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, κράτη-μέλη όπως η Γερμανία, η Ιταλία, η Βουλγαρία, η Σλοβενία, η Αυστρία και η Ιρλανδία έχουν ήδη αξιοποιήσει τα νέα ευρωπαϊκά πλαίσια για την προστασία της βιομηχανικής τους βάσης.
Σύνδεση ενίσχυσης και επενδύσεων
Η λογική του προτεινόμενου πλαισίου συνδυάζει τη βραχυπρόθεσμη αντιστάθμιση του ενεργειακού κόστους με επενδύσεις για τον μόνιμο περιορισμό της έκθεσης της βιομηχανίας σε κρίσεις. Συγκεκριμένα, προτείνεται το 50% της ενίσχυσης να επανεπενδύεται σε έργα που αφορούν:
- Την αποθήκευση ενέργειας.
- Την ενεργειακή αποδοτικότητα.
- Την ευελιξία του συστήματος.
- Τον εξηλεκτρισμό και την απανθρακοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας.
Ισότιμοι όροι ανταγωνισμού
Απαντώντας σε ενστάσεις, η βιομηχανία τονίζει ότι στηρίζει έμπρακτα την ανάπτυξη αποθήκευσης, την αυτοκατανάλωση, την αναβάθμιση των δικτύων και τις καθαρές τεχνολογίες, επισημαίνοντας ωστόσο ότι οι εν λόγω διαρθρωτικές παρεμβάσεις απαιτούν χρόνο για να αποδώσουν αποτελέσματα. Το βασικό μήνυμα της παρέμβασης είναι ότι οι επιχειρήσεις δεν επιζητούν προνομιακή μεταχείριση, αλλά τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές τους.