Η παγκόσμια αγορά ντίζελ αναμένεται να παραμείνει υπό πίεση τουλάχιστον έως τις αρχές του 2027, εξαιτίας των διαταραχών στην παραγωγή και τις εμπορικές ροές από τη Μέση Ανατολή. Οι συνθήκες αυτές προμηνύουν διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα, προκαλώντας επιβάρυνση σε κλάδους που εξαρτώνται άμεσα από το καύσιμο, όπως οι οδικές μεταφορές, η γεωργία, η βιομηχανία και η εφοδιαστική αλυσίδα.
Χαμηλά αποθέματα σε διεθνές επίπεδο
Τα αποθέματα ντίζελ παρουσιάζουν σημαντική υποχώρηση στις μεγάλες αγορές. Στις ΗΠΑ, τα αποθέματα διαμορφώθηκαν στα 107,9 εκατομμύρια βαρέλια στις 11 Σεπτεμβρίου, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο για τη συγκεκριμένη εποχή από την έναρξη της σχετικής καταγραφής το 1982. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην Ευρώπη, καθώς στον κόμβο Άμστερνταμ–Ρότερνταμ–Αμβέρσα, τα αποθέματα ντίζελ τον Ιούλιο ήταν 16% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της προηγούμενης πενταετίας. Στη Σιγκαπούρη, τα διαθέσιμα αποθέματα αποσταγμάτων κινούνται επίσης κάτω από τον μέσο όρο του 2025.
Επιπτώσεις στην αγορά αποθήκευσης
Η στενότητα στην αγορά έχει επηρεάσει τη στρατηγική των διυλιστηρίων και των traders, οι οποίοι αποφεύγουν να ανανεώσουν συμβόλαια μίσθωσης για αποθήκευση, λόγω των περιορισμένων ποσοτήτων ντίζελ. Η αυξημένη προσφορά δεξαμενών σε συνδυασμό με την πτώση των αποθεμάτων υποδηλώνει ότι η αγορά προεξοφλεί τη διατήρηση της στενότητας τουλάχιστον έως το πρώτο τρίμηνο του επόμενου έτους.
Παράγοντες που επηρεάζουν τις τιμές
Παρά τις πιέσεις, υπάρχουν παράγοντες που θα μπορούσαν να περιορίσουν την ανοδική πορεία των τιμών. Οι ιδιαίτερα υψηλές διυλιστικές αποδόσεις του ντίζελ ενδέχεται να ενθαρρύνουν την αύξηση της παραγωγής. Ενδεικτικά, το περιθώριο διύλισης του αμερικανικού ultra-low sulfur diesel έναντι του αργού έφθασε στις 14 Σεπτεμβρίου στο ιστορικό υψηλό των 118,62 δολαρίων ανά βαρέλι. Επιπλέον, οι αυξημένες εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων από την Κίνα αναμένεται να προσφέρουν πρόσθετη ανακούφιση στην αγορά.