Στο υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκεται η Ελλάδα όσον αφορά την οικονομική πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά στην καθημερινότητά τους. Σύμφωνα με την έκδοση της Eurostat «Key figures on European living conditions – 2026 edition», η οποία βασίζεται σε στοιχεία του 2025, σχεδόν 9 στους 10 Έλληνες (ποσοστό 87,1%) δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κάλυψη των αναγκών τους, την ώρα που ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ διαμορφώνεται στο 42,5%.
Συρρίκνωση αγοραστικής δύναμης
Η απόσταση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο αποτυπώνεται έντονα στη σύγκριση των πραγματικών εισοδημάτων. Ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα παρουσίασε αύξηση 25,4% σε πραγματικούς όρους το 2025 σε σχέση με το 2010, στην Ελλάδα καταγράφηκε μείωση 22,3%. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη υποχώρηση μεταξύ των κρατών-μελών της Ένωσης. Το 2025, το ετήσιο διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης, κατατάσσοντας τη χώρα στην τρίτη χαμηλότερη θέση της ΕΕ, πάνω μόνο από την Ουγγαρία και τη Ρουμανία.
Ενεργειακή φτώχεια και στεγαστικό κόστος
Η οικονομική δυσπραγία επεκτείνεται σε βασικούς τομείς της διαβίωσης, όπως η στέγαση και η θέρμανση. Το 26,4% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης ξεπερνά το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 7,7% που καταγράφεται κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Παράλληλα, το 18,1% των Ελλήνων αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο στην ΕΕ και είναι υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (8,8%).
Υποκειμενική εκτίμηση της καθημερινότητας
Η Eurostat καταγράφει επίσης τον δείκτη της «υποκειμενικής φτώχειας», ο οποίος αποτυπώνει την αξιολόγηση των ίδιων των νοικοκυριών για την οικονομική τους κατάσταση. Το 67,2% των νοικοκυριών στην Ελλάδα δηλώνει ότι τα βγάζει πέρα με δυσκολία ή μεγάλη δυσκολία, έναντι 17,6% στην ΕΕ. Η εικόνα της καθημερινής στέρησης συμπληρώνεται από το 14,9% του πληθυσμού που αντιμετωπίζει σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, καθώς και από το 27,3% των πολιτών που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να συμμετέχουν τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής – το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.